- προφύλαγμα
- προφύλαγμαoutpostneut nom/voc/acc sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
προφύλαγμα — το, ατος 1. αυτό με το οποίο προφυλάγεται κανείς. 2. προφύλαξη: Αυτό το προφύλαγμα με βάζει σε υποψίες … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
προφύλαγμα — άγματος, τό, Μ [προφυλάσσω] προφυλακή, φρούριο … Dictionary of Greek
έρυμα — ἔρυμα, τό (AM) [ερύω (II)] 1. μέσο για προστασία, προφύλαγμα («θώρακας ἐρύματα σωμάτων», Ξεν.) 2. αμυντικό οχύρωμα, πρόχωμα, οχυρό (α. «ἔρυμα λίθοις ὀρθοῡν», Θουκ. β. «οἱ Ἕλληνες ἐρύματα ἔχοντες ἔνθεν μὲν τὸν Τίγρητα ἔνθεν δὲ τήν διώρυγα», Ξεν.)… … Dictionary of Greek
αλεξιβόλιο — το προφύλαγμα από τα βλήματα, αλλιώς θραυσματοδόχη. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο ελληνικό: όρος πλάστηκε < αλεξι * + βόλιο < βολή] … Dictionary of Greek
αποστέγαση — η (Α ἀποστέγασις) νεοελλ. αφαίρεση της στέγης ή οποιουδήποτε επικαλύμματος, ξεσκέπασμα αρχ. στέγασμα, προφύλαγμα … Dictionary of Greek